Λέξεις σε -ισμός: σύντομες έννοιες και χρήσεις
Το επίθημα -ισμός σχηματίζει κυρίως αφηρημένα ουσιαστικά: ιδεολογίες, ρεύματα, στάσεις ζωής, γλωσσικά φαινόμενα. Ακολουθεί μια επιλεγμένη λίστα με σύντομη ανάλυση κάθε όρου.
Γλωσσικοί και πολιτισμικοί όροι
- ελληνισμός: το σύνολο του ελληνικού πολιτισμού, της γλώσσας και της ιστορικής ταυτότητας των Ελλήνων.
- λατινισμός: στοιχείο ή επίδραση της λατινικής γλώσσας και κουλτούρας σε άλλη γλώσσα ή πολιτισμό.
- αρχαϊσμός: χρήση παλαιών, ξεπερασμένων μορφών στη γλώσσα ή στην τέχνη, για αισθητικό ή ιδεολογικό λόγο.
- νεολογισμός: νέα λέξη ή έκφραση που δημιουργείται για να καλύψει σύγχρονες ανάγκες ονομασίας.
- ιδιωματισμός: έκφραση χαρακτηριστική ενός ιδιώματος ή μιας συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας.
- μεταφραστισμός: αδέξια ή υπερβολικά πιστή απόδοση ξένης δομής στη γλώσσα-στόχο, που «προδίδει» τη μετάφραση.
- καθαρευουσιανισμός: τάση προσκόλλησης στην καθαρεύουσα, με χρήση λόγιων μορφών σε σύγχρονο λόγο.
- δημοτικισμός: ιδεολογική και πρακτική υποστήριξη της δημοτικής γλώσσας ως κύριας μορφής έκφρασης.
Φιλοσοφικοί και ιδεολογικοί όροι
- ρεαλισμός: αντίληψη που δίνει προτεραιότητα στην πραγματικότητα όπως είναι, όχι όπως θα θέλαμε να είναι· και καλλιτεχνικό ρεύμα που απεικονίζει την καθημερινή ζωή χωρίς εξιδανίκευση.
- ιδεαλισμός: φιλοσοφική θέση που τονίζει τον ρόλο των ιδεών ή της συνείδησης στην κατανόηση της πραγματικότητας· και στάση ζωής με έμφαση σε υψηλά ιδανικά.
- υλισμός: φιλοσοφική άποψη ότι η ύλη αποτελεί την πρωταρχική πραγματικότητα και ότι τα ψυχικά φαινόμενα εξαρτώνται από αυτήν.
- μηδενισμός: αντίληψη που αρνείται την ύπαρξη αντικειμενικών αξιών, νοήματος ή αλήθειας στη ζωή.
- υπαρξισμός: φιλοσοφικό ρεύμα που εστιάζει στην προσωπική ελευθερία, ευθύνη και αγωνία του ανθρώπου απέναντι στο νόημα της ύπαρξης.
- στωικισμός: αρχαία φιλοσοφία που προτείνει ψυχραιμία, αυτοέλεγχο και αποδοχή των γεγονότων ως δρόμο προς την εσωτερική γαλήνη.
- ηδονισμός: αντίληψη που θεωρεί την απόλαυση και την ηδονή ως κύριο σκοπό της ζωής.
- ανθρωπισμός: ιδεολογία που τοποθετεί τον άνθρωπο, την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά του στο κέντρο των αξιών.
- θετικισμός: φιλοσοφικό ρεύμα που δίνει έμφαση στη γνώση βασισμένη σε παρατήρηση, πείραμα και επιστημονική μέθοδο.
- σχετικισμός: άποψη ότι αλήθειες και αξίες εξαρτώνται από πλαίσιο, κουλτούρα ή υποκείμενο και δεν είναι απόλυτες.
- ντετερμινισμός: θέση ότι όλα τα γεγονότα καθορίζονται από προηγούμενες αιτίες, περιορίζοντας ή αποκλείοντας την ελευθερία βούλησης.
Πολιτικοί και κοινωνικοί όροι
- σοσιαλισμός: πολιτικοοικονομική θεωρία που προτάσσει κοινωνική δικαιοσύνη, αναδιανομή πλούτου και ισχυρό δημόσιο τομέα.
- κομμουνισμός: ιδεολογία που επιδιώκει κοινωνία χωρίς τάξεις, με κοινή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.
- καπιταλισμός: οικονομικό σύστημα βασισμένο στην ιδιωτική ιδιοκτησία, την αγορά και την επιδίωξη κέρδους.
- φασισμός: αυταρχική, εθνικιστική ιδεολογία με λατρεία του ηγέτη, καταστολή αντιφρονούντων και περιφρόνηση δημοκρατικών θεσμών.
- ναζισμός: μορφή φασισμού συνδεδεμένη με το γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, με ακραίο ρατσισμό και αντισημιτισμό.
- φιλελευθερισμός: πολιτική αντίληψη που τονίζει ατομικές ελευθερίες, κράτος δικαίου και περιορισμένο ρόλο του κράτους στην οικονομία.
- συντηρητισμός: στάση που προτιμά σταθερότητα, παράδοση και σταδιακές αλλαγές αντί για ριζικές μεταρρυθμίσεις.
- ιμπεριαλισμός: πολιτική επέκτασης ισχύος ενός κράτους σε άλλα, οικονομικά, πολιτικά ή στρατιωτικά.
- εθνικισμός: ιδεολογία που δίνει προτεραιότητα στα συμφέροντα και την ταυτότητα του έθνους, συχνά σε αντιπαράθεση με άλλα.
- πατριωτισμός: αγάπη και αφοσίωση προς την πατρίδα, με έμφαση στην προστασία της και στον σεβασμό των συμβόλων της.
- λαϊκισμός: πολιτική πρακτική που επικαλείται «τον λαό» απέναντι σε «ελίτ», συχνά με απλουστευτικά συνθήματα.
Καλλιτεχνικά και αισθητικά ρεύματα
- ιμπρεσιονισμός: καλλιτεχνικό ρεύμα που δίνει έμφαση στην εντύπωση της στιγμής, στο φως και στο χρώμα, παρά στη λεπτομερή απεικόνιση.
- εξπρεσιονισμός: ρεύμα που προβάλλει έντονα συναισθήματα και εσωτερική ένταση, συχνά με παραμόρφωση μορφών.
- ρομαντισμός: κίνημα που εξυψώνει το συναίσθημα, τη φαντασία και τη φύση, αντιδρώντας στον ψυχρό ορθολογισμό.
- κλασικισμός: αισθητική που εμπνέεται από την κλασική αρχαιότητα, με έμφαση στην αρμονία, την τάξη και το μέτρο.
- μοντερνισμός: γενικός όρος για καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές τάσεις του 20ού αιώνα που πειραματίζονται με μορφή και περιεχόμενο.
- σουρεαλισμός: κίνημα που επιχειρεί να εκφράσει το ασυνείδητο, το όνειρο και το παράλογο μέσα από απροσδόκητους συνδυασμούς.
- κυβισμός: ρεύμα που αναλύει αντικείμενα σε γεωμετρικά σχήματα και πολλαπλές οπτικές γωνίες.
- μινιμαλισμός: αισθητική που επιδιώκει τη μέγιστη απλότητα, με περιορισμένα μέσα και καθαρές μορφές.
Επιστημονικοί και τεχνικοί όροι
- ατομισμός: φιλοσοφική και φυσική αντίληψη που θεωρεί τα άτομα ως βασικές μονάδες της ύλης· και γενικότερα τάση να βλέπουμε τα φαινόμενα ως άθροισμα μονάδων.
- ηλεκτρισμός: φυσικό φαινόμενο που αφορά την κίνηση και συσσώρευση ηλεκτρικών φορτίων, θεμέλιο της σύγχρονης τεχνολογίας.
- μαγνητισμός: ιδιότητα ορισμένων υλικών και ρευμάτων να ασκούν δυνάμεις έλξης ή άπωσης, συνδεδεμένη με το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο.
- μηχανισμός: σύνολο εξαρτημάτων που συνεργάζονται για να παράγουν κίνηση ή λειτουργία· μεταφορικά, το σύστημα που εξηγεί ένα φαινόμενο.
- οργανισμός: ζωντανό σύνολο δομών και λειτουργιών (π.χ. άνθρωπος, ζώο, φυτό) που δρα ως ενιαία μονάδα.
- μεταβολισμός: σύνολο χημικών διεργασιών στον οργανισμό που επιτρέπουν παραγωγή ενέργειας, ανάπτυξη και επιδιόρθωση.
- ρατσισμός: αντίληψη και πρακτική διάκρισης ανθρώπων με βάση φυλή, χρώμα ή εθνική καταγωγή, με άνιση μεταχείριση.
Ψυχολογικοί και συμπεριφορικοί όροι
- εγωισμός: στάση που δίνει υπερβολική προτεραιότητα στο προσωπικό συμφέρον, συχνά εις βάρος των άλλων.
- αλτρουισμός: διάθεση προσφοράς και φροντίδας προς τους άλλους, χωρίς άμεσο προσωπικό όφελος.
- ναρκισσισμός: υπερβολική αυτοθαυμαστική στάση, με ανάγκη για θαυμασμό και συχνά έλλειψη ενσυναίσθησης.
- μαζοχισμός: τάση να αντλεί κανείς ικανοποίηση από τον πόνο ή την ταπείνωση που υφίσταται.
- σαδισμός: τάση να αντλεί κανείς ικανοποίηση από τον πόνο ή την ταπείνωση που προκαλεί σε άλλους.
- φετιχισμός: έντονη προσκόλληση ή σεξουαλική διέγερση από συγκεκριμένο αντικείμενο, μέρος σώματος ή κατάσταση.
Θρησκευτικοί όροι
- χριστιανισμός: μονοθεϊστική θρησκεία βασισμένη στη διδασκαλία και τη μορφή του Ιησού Χριστού.
- ιουδαϊσμός: αρχαία μονοθεϊστική θρησκεία του εβραϊκού λαού, με κεντρικό κείμενο την Τορά.
- ισλαμισμός: μονοθεϊστική θρησκεία που στηρίζεται στο Κοράνι και στη διδασκαλία του Μωάμεθ.
- βουδισμός: θρησκευτικο-φιλοσοφικό σύστημα που αποδίδεται στον Βούδα, με έμφαση στην υπέρβαση του πόνου και του δεσμού.
- παγανισμός: γενικός όρος για προχριστιανικές ή πολυθεϊστικές θρησκείες, συχνά συνδεδεμένες με λατρεία της φύσης.